Last modified on 29 January 2014, at 23:11

Φωσφόρος

Ancient GreekEdit

EtymologyEdit

From φῶς (light) + -φόρος, from φέρω (bring)

Proper nounEdit

Φωσφόρος m

  1. the star that brings the light; a name for planet Venus.
    πέντε δ΄ αἱ τῶν πλανωμένων ἄστρων περίοδοι γεγόνασιν͵ Ἡλίου καὶ Φωσφόρου καὶ Στίλβωνος ὁμοδρομούντων (Plutarchus, De defectu oraculorum, 430a)