Last modified on 29 March 2014, at 18:32

έδαφος

GreekEdit

NounEdit

έδαφος (édafosn (plural εδάφη)

  1. ground
    Ξάπλωσε στο έδαφος.
    He lay down on the ground.
  2. soil, land, earth
    Το έδαφος εδώ ήταν κάποτε γόνιμο.
    The soil was once fertile here.
  3. territory
    Βρεθήκαμε πάλι σε ελληνικό έδαφος.
    We were back on Greek territory.

DeclensionEdit