έμβλημα
Greek
Noun
έμβλημα (émvlima) n, plural εμβλήματα
Declension
declension of έμβλημα
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | έμβλημα | εμβλήματα |
| genitive (γενική) | εμβλήματος | εμβλημάτων |
| accusative (αιτιατική) | έμβλημα | εμβλήματα |
| vocative (κλητική) | έμβλημα | εμβλήματα |
See also
- σύμβολο n (“symbol”)