Last modified on 29 March 2014, at 20:00

αγνωστικίστρια

GreekEdit

NounEdit

αγνωστικίστρια (agnostikístriaf (plural αγνωστικίστριες, masculine αγνωστικιστής or αγνωστικός)

  1. agnostic

DeclensionEdit

Related termsEdit

see: αγνωστικός m (agnostikós, agnostic)