αισθητική
Greek
Noun
αισθητική (aisthitikí) f, plural αισθητικές
- aesthetics (study or philosophy of beauty)
Declension
declension of αισθητική
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | αισθητική | αισθητικές |
| genitive (γενική) | αισθητικής | αισθητικών |
| accusative (αιτιατική) | αισθητική | αισθητικές |
| vocative (κλητική) | αισθητική | αισθητικές |