αλουμίνιο

GreekEdit

NounEdit

αλουμίνιο (aloumínion (uncountable)

  1. (chemistry, metallurgy) aluminium
    • Το αλουμίνιο έχει μεγάλη ικανότητα στο να αντιστέκεται στη διάβρωση.
      Aluminium is very resistant to corrosion.

Usage notesEdit

The form αργίλιο is most commonly used in technical and laboratory situations, αλουμίνιο in the domestic situation.

DeclensionEdit

SynonymsEdit

See alsoEdit

External linksEdit

Last modified on 29 March 2014, at 20:10