Last modified on 30 January 2015, at 07:19

αναερόβιος

GreekEdit

AdjectiveEdit

αναερόβιος (anaeróviosm,  feminine: αναερόβια (anaeróvia), neuter: αναερόβιο (anaeróvio)

  1. anaerobic
    αναερόβια μικροοργανισμοί (anaerobic microorganisms)

DeclensionEdit

AntonymsEdit