αναπαράσταση
Greek
Noun
αναπαράσταση (anaparástasi) f, plural αναπαραστάσεις
Declension
declension of αναπαράσταση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | αναπαράσταση | αναπαραστάσεις |
| genitive (γενική) | αναπαράστασης / αναπαραστάσεως | αναπαραστάσεων |
| accusative (αιτιατική) | αναπαράσταση | αναπαραστάσεις |
| vocative (κλητική) | αναπαράσταση | αναπαραστάσεις |
Synonyms
- see: εικόνα f (eikóna, “icon”)