Last modified on 18 May 2014, at 17:55

αντίτυπο

GreekEdit

NounEdit

αντίτυπο (antítypon (plural αντίτυπα)

  1. copy, issue, edition
    Αγόρασα ένα αντίτυπο της εφημερίδας μου σήμερα το πρωί.
    I bought a copy of my paper this morning.
  2. casting, replica, reproduction

DeclensionEdit

See alsoEdit