αντίτυπο

GreekEdit

NounEdit

αντίτυπο (antítypon (plural αντίτυπα)

  1. copy, issue, edition
    Αγόρασα ένα αντίτυπο της εφημερίδας μου σήμερα το πρωί.
    I bought a copy of my paper this morning.
  2. casting, replica, reproduction

DeclensionEdit

See alsoEdit

Last modified on 29 March 2014, at 20:20