απορία

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek ἀπορία (aporía), from ἄπορος, from ἀ- (privativum) + πόρος (póros, passage)

NounEdit

απορία (aporíaf (plural απορίες)

  1. question, wonder
    Να ζει κανείς ή να μη ζει: Ιδού η απορία
    To be or not to be: That is the question
  2. destitution, pauperism
    επίδομα απορίας
  3. (philosophy) aporia

DeclensionEdit

Related termsEdit

  • άπορος (áporos, destitute), άπορος m (áporos, pauper)
  • απορώ (aporó)
Last modified on 29 March 2014, at 20:25