αποσαφήνιση
Greek
Noun
αποσαφήνιση (aposafínisi) f, plural αποσαφηνίσεις
Declension
declension of αποσαφήνιση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | αποσαφήνιση | αποσαφηνίσεις |
| genitive (γενική) | αποσαφήνισης / αποσαφηνίσεως | αποσαφηνίσεων |
| accusative (αιτιατική) | αποσαφήνιση | αποσαφηνίσεις |
| vocative (κλητική) | αποσαφήνιση | αποσαφηνίσεις |