ατμομηχανή
Greek
Noun
ατμομηχανή (atmomichaní) f, plural ατμομηχανές
Declension
declension of ατμομηχανή
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | ατμομηχανή | ατμομηχανές |
| genitive (γενική) | ατμομηχανής | ατμομηχανών |
| accusative (αιτιατική) | ατμομηχανή | ατμομηχανές |
| vocative (κλητική) | ατμομηχανή | ατμομηχανές |