βάση δεδομένων

GreekEdit

NounEdit

βάση δεδομένο (vási dedoménof (plural βάσεις δεδομένων)

  1. database

DeclensionEdit

see: βάση (vási) and δεδομένο (dedoméno)

External linksEdit

Last modified on 29 March 2014, at 20:38