γαλακτοκομείο

GreekEdit

NounEdit

γαλακτοκομείο (galaktokomeíon (plural γαλακτοκομεία)

  1. dairy, dairy farm, creamery

DeclensionEdit

Related termsEdit

  • γαλακτοπωλείο n (galaktopoleío, milk bar)
  • γαλατάδικο n (galatádiko, milk bar)
  • γαλακτοκομία f (galaktokomía, dairying)
  • γαλακτοκόμος m, f (galaktokómos, dairyman)
  • γαλακτερά n pl (galakterá, dairy products)
  • γαλακτοκομικά n pl (galaktokomiká, dairy products)
  • γαλακτοκομικός (galaktokomikós, dairy) (adjective)
  • γαλακτικός (galaktikós, lactic) (adjective)
  • γαλακτερός (galakterós, dairy) (adjective)
Last modified on 18 April 2014, at 20:48