δημοπρασία
Greek
Noun
δημοπρασία (dimoprasía) f, plural δημοπρασίες
- auction (public sales event)
Declension
declension of δημοπρασία
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | δημοπρασία | δημοπρασίες |
| genitive (γενική) | δημοπρασίας | δημοπρασιών |
| accusative (αιτιατική) | δημοπρασία | δημοπρασίες |
| vocative (κλητική) | δημοπρασία | δημοπρασίες |