διάλεξη
Greek
Noun
διάλεξη (diálexi) f, plural διαλέξεις
Declension
declension of διάλεξη
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | διάλεξη | διαλέξεις |
| genitive (γενική) | διάλεξης / διαλέξεως | διαλέξεων |
| accusative (αιτιατική) | διάλεξη | διαλέξεις |
| vocative (κλητική) | διάλεξη | διαλέξεις |
Related terms
- διαλεκτική n (dialektikí, “dialectic”)