διαδικασία
Greek
Noun
διαδικασία (diadikasía) f, plural διαδικασίες
Declension
declension of διαδικασία
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | διαδικασία | διαδικασίες |
| genitive (γενική) | διαδικασίας | διαδικασιών |
| accusative (αιτιατική) | διαδικασία | διαδικασίες |
| vocative (κλητική) | διαδικασία | διαδικασίες |