Last modified on 28 March 2014, at 21:03

διακοπτόμενη συνουσία

GreekEdit

EtymologyEdit

διακοπτόμενη (diakoptómeni, interrupted) + συνουσία (synousía, sexual intercourse)

NounEdit

διακοπτόμενη συνουσία (diakoptómeni synousíaf

  1. coitus interruptus