Last modified on 17 May 2015, at 19:46

διακοπτόμενη συνουσία

GreekEdit

EtymologyEdit

διακοπτόμενη (diakoptómeni, interrupted) + συνουσία (synousía, sexual intercourse)

NounEdit

διακοπτόμενη συνουσία (diakoptómeni synousíaf

  1. coitus interruptus