διαμέρισμα
Greek
Noun
διαμέρισμα (diamérisma) n, plural διαμερίσματα
Declension
declension of διαμέρισμα
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | διαμέρισμα | διαμερίσματα |
| genitive (γενική) | διαμερίσματος | διαμερισμάτων |
| accusative (αιτιατική) | διαμέρισμα | διαμερίσματα |
| vocative (κλητική) | διαμέρισμα | διαμερίσματα |