διχοτόμηση
Greek
Noun
διχοτόμηση (dichotómisi) f, plural διχοτομήσεις
Declension
declension of διχοτόμηση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | διχοτόμηση | διχοτομήσεις |
| genitive (γενική) | διχοτόμησης / διχοτομήσεως | διχοτομήσεων |
| accusative (αιτιατική) | διχοτόμηση | διχοτομήσεις |
| vocative (κλητική) | διχοτόμηση | διχοτομήσεις |
Synonyms
- (split): διχασμός (dichasmós) m