δραστηριότητα
Greek
Noun
δραστηριότητα (drastiriótita) f, plural δραστηριότητες
- activity
- Δραστηριότητα μαθηματικών για το νηπιαγωγείο.
- Maths activities for the nursery school.
- Δραστηριότητα μαθηματικών για το νηπιαγωγείο.
Declension
declension of δραστηριότητα
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | δραστηριότητα | δραστηριότητες |
| genitive (γενική) | δραστηριότητας | δραστηριοτήτων |
| accusative (αιτιατική) | δραστηριότητα | δραστηριότητες |
| vocative (κλητική) | δραστηριότητα | δραστηριότητες |