δυαδικός

GreekEdit

AdjectiveEdit

δυαδικός (dyadikósm,  feminine: δυαδική (dyadikí), neuter: δυαδικό (dyadikó)

  1. binary

DeclensionEdit

SynonymsEdit

  • δυαδικό σύστημα
Last modified on 11 May 2011, at 15:03