δύναμη

GreekEdit

PronunciationEdit

NounEdit

δύναμη (dýnamif (plural δυνάμεις)

  1. power, force, strength
  2. (military) force
    δύναμη καταδρομών (commando force)
  3. (physics) force
    Η ισχύς ισούται με το γινόμενο της ταχύτητας του επί τη δύναμη. (Power equals the velocity multiplied by the force.)

DeclensionEdit

Related termsEdit

See alsoEdit

Last modified on 29 March 2014, at 21:05