Last modified on 18 January 2014, at 06:32




From Ancient Greek εἰμί (eimí, to be).


  • IPA(key): /ˈimɛ/
  • Hyphenation: εί‧μαι


είμαι (eímai); simple past: — ;   imperfect: ήμουν (ímoun)

  1. I am (to be)
    είμαι φίλος   (I am a friend)
    είμαι θλιμμένη   (I am sad)
    είμαι στο σπίτι μου   (I am at my home)
  2. there be
    είναι μία γυναίκα στην πόρτα   (there is a woman at the door)


Present Simple future Imperfect
1st person sg είμαι θα είμαι ήμουνήμουνα1
2nd person είσαι θα είσαι ήσουνήσουνα1
3rd person είναι θα είναι ήτανήτανε1
1st person pl είμαστε θα είμαστε ήμαστεήμασταν3
2nd person είσαστεείστε2 θα είσαστεθα είστε2 ήσαστεήσασταν3
3rd person είναι θα είναι ήτανήτανε1
The imperfect forms ήταν and ήτανε have the dated alternatives ήσαν and ήσανε.
1. These vowel-terminated alternative forms are used in informal situations.
2. The second form may be used interchangeably with the first.
3. The present & imperfect forms are homophonic, the alternative imperfect forms can be used were differentiation is necessary.

See alsoEdit