εγκέφαλος
Greek
Etymology
From Ancient Greek ἐγκέφαλος.
Noun
εγκέφαλος (egkéfalos) m, plural εγκέφαλοι
Inflection
declension of εγκέφαλος
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | εγκέφαλος | εγκέφαλοι |
| genitive (γενική) | εγκεφάλου | εγκεφάλων |
| accusative (αιτιατική) | εγκέφαλο | εγκεφάλους |
| vocative (κλητική) | εγκέφαλε | εγκέφαλοι |