Last modified on 6 March 2015, at 15:45

εμφιαλώνω

GreekEdit

VerbEdit

εμφιαλώνω (emfialóno) simple past: εμφιάλωσα (emfiálosa)

  1. bottle
    Παρασκευάζεται και εμφιαλώνεται από … (Produced and bottled by …)
    εμφιαλωμένο νερό (bottled water)

Related termsEdit