Last modified on 18 May 2014, at 17:40

εμφιαλώνω

GreekEdit

VerbEdit

εμφιαλώνω (emfialóno)    simple past:  εμφιάλωσα (emfiálosa)

  1. bottle
    Παρασκευάζεται και εμφιαλώνεται από … (Produced and bottled by …)
    εμφιαλωμένο νερό (bottled water)

Related termsEdit