Last modified on 18 May 2014, at 17:46

επιτραπέζιος υπολογιστής

GreekEdit

NounEdit

επιτραπέζιος υπολογιστής (epitrapézios ypologistísm (plural επιτραπέζιοι υπολογιστές)

  1. desktop computer

Related termsEdit