επιτραπέζιος υπολογιστής

GreekEdit

NounEdit

επιτραπέζιος υπολογιστής (epitrapézios ypologistísm (plural επιτραπέζιοι υπολογιστές)

  1. desktop computer

Related termsEdit

Last modified on 29 March 2014, at 21:34