επιχειρηματίας
Greek
Noun
επιχειρηματίας (epikhirimatías) m and f, plural επιχειρηματίες
Declension
declension of επιχειρηματίας
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | επιχειρηματίας | επιχειρηματίες |
| genitive (γενική) | επιχειρηματία | επιχειρηματιών |
| accusative (αιτιατική) | επιχειρηματία | επιχειρηματίες |
| vocative (κλητική) | επιχειρηματία | επιχειρηματίες |