Last modified on 29 March 2014, at 21:35

εργαλείο

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek ἐργαλεῖον (ergaleîon).

NounEdit

εργαλείο (ergaleíon (plural εργαλεία)

  1. tool (small, usually hand-held, piece of equipment used to carry out a task)
    ξυλουργικό εργαλείο (carpenter's tool)
    μεταλλικό εργαλείο (metal tool)
  2. (figuratively) tool (anything used to accomplish a task)
    Το λεξικό αυτό είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τις σχολικές εργασίες.
    The dictionary is an invaluable tool for schoolwork.

DeclensionEdit

Related termsEdit

and see: έργο n (érgo, work)