ερυθρό αιμοσφαίριο

GreekEdit

EtymologyEdit

ερυθρό (erythró, red) + αιμοσφαίριο (aimosfaírio, blood cell)

NounEdit

ερυθρό αιμοσφαίριο (erythró aimosfaírion (plural ερυθρά αιμοσφαίρια)

  1. (biology) erythrocyte, red blood cell

Related termsEdit

see: αιμοσφαίριο n (aimosfaírio, blood cell)
Last modified on 29 March 2014, at 21:36