Last modified on 18 May 2014, at 18:02

ερυθρό αιμοσφαίριο

GreekEdit

EtymologyEdit

ερυθρό (erythró, red) + αιμοσφαίριο (aimosfaírio, blood cell)

NounEdit

ερυθρό αιμοσφαίριο (erythró aimosfaírion (plural ερυθρά αιμοσφαίρια)

  1. (biology) erythrocyte, red blood cell

Related termsEdit

see: αιμοσφαίριο n (aimosfaírio, blood cell)