ηλεκτρόνιο
Greek
Noun
ηλεκτρόνιο (ilektrónio) n, plural ηλεκτρόνια
Declension
declension of ηλεκτρόνιο
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | ηλεκτρόνιο | ηλεκτρόνια |
| genitive (γενική) | ηλεκτρονίου | ηλεκτρονίων |
| accusative (αιτιατική) | ηλεκτρόνιο | ηλεκτρόνια |
| vocative (κλητική) | ηλεκτρόνιο | ηλεκτρόνια |