Last modified on 29 March 2014, at 21:45

θέρετρο

GreekEdit

NounEdit

θέρετρο (théretron (plural θέρετρα)

  1. resort
    ενα γοητευτικό θέρετρο στη θάλασσα
    a charming sea resort
  2. cottage, holiday accommodation

DeclensionEdit