ιστοχώρος
Greek
Noun
ιστοχώρος (istochóros) m, plural ιστοχώροι
Declension
declension of ιστοχώρος
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | ιστοχώρος | ιστοχώροι |
| genitive (γενική) | ιστοχώρου | ιστοχώρων |
| accusative (αιτιατική) | ιστοχώρο | ιστοχώρους |
| vocative (κλητική) | ιστοχώρε | ιστοχώροι |