κάγκουρας

GreekEdit

EtymologyEdit

From καγκουρό (kangaroo).

PronunciationEdit

  • kágouras

NounEdit

κάγκουρας (kágkourasm (plural κάγκουρες)

  1. (slang) clown idiot, an exhibitionist, someone who tries to show-off in a laughable or ridiculous way.
    Ειμαι τη σχολή κάγκουρας.
    I'm the school clown.
    Ο κάγκουρας στο Ρέθυμο παρκάρει στη μέση του δρόμου.
    The idiot in Rethymo parked in the middle of the road.
    Αυτός ο κάγκουρας κάνει συνέχεια φασαρία.
    That idiot is always making noiz.

DeclensionEdit

Derived termsEdit

  • καγκουριά
  • καγκουρεμένο
  • καγκουριάρικο

See alsoEdit

Last modified on 29 March 2014, at 21:55