Last modified on 11 July 2014, at 05:28

κάνω

See also: χάνω

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek κάμνω (kámnō).

VerbEdit

κάνω (káno)simple past: έκανα (ékana)

  1. do
    Θα κάνω ό,τι μου πεις. (I will do what you say.)
    Τι κάνεις; (How do you do?)
  2. make
    κάνω τοστ (I make toast)
  3. cost
    Πόσο κάνει η βενζίνη; (How much is the petrol?)
  4. start or found (a company)
    Θα κάνω μια δική μου επιχείρηση. (I will start my own business.)
  5. take (time)
    Το ταξίδι κάνει τρεις ώρες. (The journey takes three hours.)
  6. is (weather - cloudy, hot, etc)
    τι καιρό θα κάνει αύριο; (What will the weather be tomorrow?)
  7. produce, give or yield (crop, produce)
    κάνω μήλα (produce apples)
    κάνω αβγά (lay eggs)
  8. act, impersonate, play a role
    κάνω τον βλάκα (play the fool)
  9. spend time
    Έκανα δύο εβδομάδες στην Αθήνα. (I had two weeks in Athens)

ConjugationEdit

Derived termsEdit