καλοσύνη
Greek
Noun
καλοσύνη (kalosýni) f, plural καλοσύνες
Declension
declension of καλοσύνη
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | καλοσύνη | καλοσύνες |
| genitive (γενική) | καλοσύνης | — |
| accusative (αιτιατική) | καλοσύνη | καλοσύνες |
| vocative (κλητική) | καλοσύνη | καλοσύνες |
Synonyms
- αγαθοεργία (agathoergía) f