κατανοώ

GreekEdit

VerbEdit

κατανοώ (katanoó)    simple past:  κατανόησα (katanóisa)

  1. understand
    Μπορώ να κατανοώ βασικές λέξεις.
    I can understand basic words.
Last modified on 4 April 2014, at 05:29