Last modified on 21 September 2013, at 16:58

κατονομάζω

GreekEdit

VerbEdit

κατονομάζω (katonomázo)simple past: κατονόμασα (katonómasa)

  1. name, identify, mention
    Θέλουμε να κατονομάσεις τον πραγματικό ένοχο.
    We wish to name the real culprit.