λογιστής
Greek
Noun
λογιστής (logistís) m, plural λογιστές, feminine λογίστρια
Declension
declension of λογιστής
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | λογιστής | λογιστές |
| genitive (γενική) | λογιστή | λογιστών |
| accusative (αιτιατική) | λογιστή | λογιστές |
| vocative (κλητική) | λογιστή | λογιστές |