μάστορας
Greek
Noun
μάστορας (mástoras) m, plural μάστορες, feminine μαστόρισσα
Declension
declension of μάστορας
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | μάστορας | μάστορες |
| genitive (γενική) | μάστορα | μαστόρων |
| accusative (αιτιατική) | μάστορα | μάστορες |
| vocative (κλητική) | μάστορα | μάστορες |
Synonyms
- τεχνίτης m (technítis)
- (artisan): χειροτέχνης m (cheirotéchnis)