μεταπλασμός

Ancient GreekEdit

EtymologyEdit

From μεταπλάσσω (metplassō, I transform, remould), from μετά (meta) + πλάσσω (plassō, I form, mould)

PronunciationEdit

NounEdit

μεταπλασμός (metaplasmos) (genitive μεταπλασμοῦ) m, second declension

  1. the formation of inflected forms from a non-existent lemma
    • 2nd century AD, Ἀπολλώνιος, Περὶ Ἐπιρρημάτων, 183.22
      Ἔχει δὲ καὶ ὁ σχηματισμὸς τῇδε. ὅν τρόπον καὶ ἐπ' ὀνομάτων μεταπλασμοὶ γίνονται, καθάπερ τὸ ἐρυσάρματες, τὸ λῖτα, τὸ παρὰ Σαμφοῖ αὔα...

InflectionEdit

ReferencesEdit

Last modified on 13 August 2013, at 13:26