μᾶζα

Ancient GreekEdit

EtymologyEdit

From μάσσω

NounEdit

μᾶζα (maza) (genitive μάζης) f, first declension

  1. barley-bread or cake

Derived termsEdit

  • μαζαγόας
  • μαζαγρέτας
  • μαζάω
  • μαζηρός
  • μάζινος
  • μαζίον
  • μαζίσκη
  • μαζονόμος
  • μαζοπέπτης
  • μαζοποιέω
  • μαζοποιός

DescendantsEdit

Last modified on 28 September 2013, at 15:08