ορφανός
Greek
Noun
ορφανός (orfanós) m, plural ορφανοί
Declension
declension of ορφανός
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | ορφανός | ορφανοί |
| genitive (γενική) | ορφανού | ορφανών |
| accusative (αιτιατική) | ορφανό | ορφανούς |
| vocative (κλητική) | ορφανέ | ορφανοί |
Related terms
- ορφανή
- ορφανό
- ορφανοτροφείο
- πεντάρφανος
- πεντάρφανη