ορφανός

GreekEdit

NounEdit

ορφανός (orfanósm (plural ορφανοί)

  1. orphan

DeclensionEdit

Related termsEdit

  • ορφανή
  • ορφανό
  • ορφανοτροφείο
  • πεντάρφανος
  • πεντάρφανη
Last modified on 29 March 2014, at 23:19