παραλλαγή
Greek
Noun
παραλλαγή (parallagí) f, plural παραλλαγές
Declension
declension of παραλλαγή
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | παραλλαγή | παραλλαγές |
| genitive (γενική) | παραλλαγής | παραλλαγών |
| accusative (αιτιατική) | παραλλαγή | παραλλαγές |
| vocative (κλητική) | παραλλαγή | παραλλαγές |