προαγωγός
Greek
Noun
προαγωγός (proagogόs) m, plural προαγωγοί
Declension
declension of προαγωγός
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | προαγωγός | προαγωγοί |
| genitive (γενική) | προαγωγού | προαγωγών |
| accusative (αιτιατική) | προαγωγό | προαγωγούς |
| vocative (κλητική) | προαγωγέ | προαγωγοί |
Synonyms
Read in another language
This page is available in 1 language