προκυμαία
Greek
Noun
προκυμαία (prokymaía) f, plural προκυμαίες
Declension
declension of προκυμαία
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | ||
|---|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | προκυμαία | προκυμαίες | |
| genitive (γενική) | προκυμαίας | προκυμαιών | |
| accusative (αιτιατική) | προκυμαία | προκυμαίες | |
| vocative (κλητική) | προκυμαία | προκυμαίες | |
| Rare genitive plural | |||