Last modified on 20 May 2014, at 02:28

πώς

See also: πως

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek πῶς (pôs).

PronunciationEdit

AdverbEdit

πώς (pós)

  1. (interrogative) how
    Πώς είστε; (How are you?)
    Πώς μπορώ να ετοιμαστώ αποτελεσματικά για τις εξετάσεις; (How can I best prepare for exams?)
    Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι; (How dare you speak to me like that.)