Last modified on 13 August 2014, at 15:11

σελιδοδείκτης

GreekEdit

EtymologyEdit

σελίδα (“page”) + δείκτης (“pointer”)

NounEdit

σελιδοδείκτης (selidodeíktism (plural σελιδοδείκτες)

  1. bookmark

DeclensionEdit