Last modified on 29 August 2014, at 05:17

σπονδυλική στήλη

GreekEdit

NounEdit

σπονδυλική στήλη (spondylikí stílif (plural σπονδυλικές στήλες)

  1. spine, spinal column

Related termsEdit

see: σπόνδυλος m (spóndylos, vertebra)
see: στήλη f (stíli, column)