στατιστικές

GreekEdit

NounEdit

στατιστικές (statistikésf

  1. Nominative plural form of  στατιστική (statistikí).
  2. Accusative plural form of  στατιστική (statistikí).
  3. Vocative plural form of  στατιστική (statistikí).
Last modified on 12 May 2011, at 13:42